Μυοκαρδιοπάθειες
Οι μυοκαρδιοπάθειες αποτελούν μια ομάδα καρδιακών παθήσεων που προσβάλλουν τον καρδιακό μυ. Είναι δυνατόν ο ασθενής στα αρχικά στάδια της νόσου να έχει λίγα ή και καθόλου συμπτώματα. Με την πρόοδο της νόσου είναι δυνατόν να παρουσιαστεί δύσπνοια και οίδημα στα κάτω άκρα κυρίως λόγω της εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας. Δεν είναι ασύνηθες να εμφανιστεί αρρυθμία ή και επεισόδιο απώλειας συνείδησης. Σπανιότερα υπάρχει η πιθανότητα αιφνίδιου καρδιακού θανάτου.
Οι μυοκαρδιοπάθειες διακρίνονται στις πρωτοπαθείς με κληρονομικό υπόβαθρο και στις επίκτητες με την παρουσία κάποιου εκλυτικού παράγοντα στην διάρκεια της ζωής του ασθενούς. Οι πρωτοπαθείς μυοκαρδιοπάθειες είναι αυτές που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και αντιμετώπισης καθώς είναι αυτές που μπορεί να μεταδοθούν από γενιά σε γενιά δίνοντας μια ποικιλία κλινικών εκδηλώσεων. Διακρίνονται στην υπερτροφική μορφή, στην διατατική, στην περιοριστική, στην αρρυθμιογόνο και στην μορφή του μη συμπαγούς μυοκαρδίου.
Ειδικότερα, η υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια αποτελεί την συχνότερη κληρονομούμενη καρδιακή πάθηση με εμφάνιση στον γενικό πληθυσμό σε αναλογία 1:500 άτομα. Το κύριο γνώρισμα είναι η παρουσία υπερτροφίας στον μυ της καρδιάς, η οποία συνήθως ανακαλύπτεται στον υπέρηχο καρδιάς και σε μερικές περιπτώσεις στην μαγνητική τομογραφία καρδιάς. Συνδυαστικά με τις παραπάνω διαγνωστικές εξετάσεις είναι σημαντικό στον ασθενή με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια να γίνεται λήψη του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, κλινική εξέταση, ηλεκτροκαρδιογράφημα και διενέργεια Holter καρδιακού ρυθμού έτσι, ώστε να προσδιοριστεί ο κίνδυνος για καρδιολογικά συμβάντα και να τεθεί η κατάλληλη θεραπεία. Η αντιμετώπιση της υπερτροφικής μυοκαρδιοπάθειας μπορεί να περιλαμβάνει φάρμακα, συσκευές όπως βηματοδότες-απινιδωτές , επεμβάσεις όπως η κατάλυση (ablation) αρρυθμιών και χειρουργικές πράξεις όπως η μυεκτομή και η αντικατάσταση καρδιακής βαλβίδας.
Συνοπτικά, οι μυοκαρδιοπάθειες αποτελούν μια ιδιαίτερη και πολύπλοκη ομάδα καρδιοπαθειών με μεγάλη ετερογένεια όσον αφορά την ηλικία των ασθενών και τις κλινικές εκδηλώσεις. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να γίνεται έγκαιρη διάγνωση, διαστρωμάτωση του καρδιαγγειακού κινδύνου και τακτική παρακολούθηση αυτού του συγκεκριμένου πληθυσμού από καρδιολόγο με εμπειρία στον συγκεκριμένο τομέα.

